Τις τελευταίες εβδομάδες επανέρχεται στην επικαιρότητα το ζήτημα του «brain drain»: της «χαμένης γενιάς» των νέων Ελλήνων επαγγελματιών και επιστημόνων του εξωτερικού. Η  αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος την οδήγησε και συνεχίζει να την οδηγεί στην εγκατάλειψη της χώρα με προορισμό οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη που θα μπορούσε να της εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση, επαγγελματική ασφάλεια και αξιοκρατία. Το κίνημα του «brain gain», όπως ίσως θα μπορούσε να ονομαστεί η προσπάθεια τόσο της ομώνυμης όσο και άλλων πρωτοβουλιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που αποσκοπούν στη μεταστροφή του κλίματος «φυγής» και την ενίσχυση της σχέσης των νέων Ελλήνων του εξωτερικού με την πατρίδα, ανέδειξε το θέμα, έθεσε τον σχετικό προβληματισμό στο δημόσιο διάλογο και κατόρθωσε να ευαισθητοποιήσει τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, τα οποία ίσως δεν είχαν συνειδητοποιήσει την έκταση του ζητήματος. Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα; Είναι αρκετά όσα πετύχαμε ή μήπως ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς και ανηφορικός;

Μια πρώτη ανάγνωση της πραγματικότητας θα οδηγούσε στο αρχικό συμπέρασμα πως όσα με κόπο έγιναν μέχρι σήμερα είναι μάλλον αποσπασματικά και δεν επέφεραν τις τεκτονικές αλλαγές σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο που θα απαιτούνταν για την αντιμετώπιση ενός τέτοιου προβλήματος και τις οποίες ίσως είχαμε κι εμείς φανταστεί ότι μπορούσαμε να προκαλέσουμε. Γιατί φθάσαμε όμως ως εδώ; Εύκολα θα μπορούσαμε να προσφύγουμε στον γρήγορο αφορισμό: «Μας απέκλεισε το σύστημα» – «δεν τους άρεσαν όσα λέμε και θέλουμε να πετύχουμε» – «τους βολεύει να παραμείνουμε έξω». Είναι όμως στα αλήθεια έτσι; Ή μήπως έχουμε κι εμείς «μερίδιο ευθύνης» σε όσα συμβαίνουν;

Το πρώτο βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι η έλλειψη συνοχής και οργάνωσης. Διάσπαρτες πρωτοβουλίες ανά τον κόσμο με τον ίδιο ή παραπλήσιους στόχους διέπονται από μία ιδιότυπη ασυνεννοησία. Μιλάμε αλλά δεν οργανωνόμαστε από κοινού. Συμφωνούμε αλλά δεν κάνουμε το επόμενο βήμα. Γνωριζόμαστε αλλά δεν προχωράμε μαζί. Αισθανόμαστε καλύτερα στο δικό μας «μαγαζί» και φοβόμαστε να μεγαλώσουμε.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την πλήρη – μέχρι στιγμής- έλλειψη πολιτικού στοιχείου των επιμέρους πρωτοβουλιών και την απουσία ηγετικών φυσιογνωμιών που θα εμπνεύσουν όσους συμμετέχουν τείνει να καταστήσει θνησιγενή την όλη προσπάθεια αλλά και το ευρύτερο αφήγημα. Είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι από εμάς μεγαλώσαμε με το φόβο της πολιτικής. Σε μια βαθιά πολιτικοποιημένη κοινωνία και ένα κομματοκρατούμενο Πανεπιστήμιο, η παρέκκλιση από χώρους αμφιβόλων προθέσεων ήταν απαραίτητη για όποιον δεν επιθυμούσε να «εμπλακεί». Σε μια δημοκρατική κοινωνία, όμως, ο μοναδικός τρόπος να αλλάξεις τα πράγματα είναι η άσκηση πολιτικής. Αν η πολιτική είναι – απλοϊκά οριζόμενη- η οργανωμένη πρόταση μεθόδων και διαδικασιών για την επιδίωξη μιας καλύτερης ζωής για την κοινωνία και τους ανθρώπους της , τότε πως μπορούμε εμείς να πετύχουμε τους στόχους μας χωρίς αυτή; Τουναντίον, εγκλωβιζόμαστε σε μετεφηβικά σύνδρομα που επιβάλλουν τη διατήρηση μια συλλήβδην ουδετερότητας, η οποία απαιτεί να στρογγυλεύουμε τις απόψεις μας και να αποφεύγουμε τον σχολιασμό αμφιλεγόμενων ζητημάτων, υποτιμώντας κατ’ ουσίαν τις δυνατότητές μας. Ο οργανισμός του ελληνικού brain gain πρέπει να συγκετρώσει όλες τις σχετικές πρωτοβουλίες υπό ενιαία δομή και να αποκτήσει πολιτικά χαρακτηριστικά αν επιθυμεί να επιβιώσει. Να εκφράσει συγκεκριμένες προτάσεις, να πάρει θέση, να αποκτήσει κεντρικό ιδεολογικοπολιτικό χαρακτήρα, ο οποίος εν τοις πράγμασι δεν ταυτίζεται πλήρως με καμία υπάρχουσα ελληνική πολιτική δύναμη, και να αποκτήσει έτσι μια αυτονομία, η οποία θα του επιτρέψει να φθάσει σε όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και να εισακουστεί από τους αρμόδιους φορείς.

Εξάλλου, ο χρόνος δεν είναι σύμμαχός μας. Όταν ξεκίνησε το ζήτημα να έρχεται για τα καλά στην επιφάνεια, εκεί κοντά στα τέλη του 2015, ήμασταν σχεδόν τρία χρόνια μικρότεροι. Ενθουσιαζόμασταν περισσότερο και απαιτούσαμε περισσότερα. Η νομοτέλεια της ζωής είναι πως ο χρόνος προχωράει. Έχοντας ο καθένας μας τις επαγγελματικές και προσωπικές του προτεραιότητες, οφείλουμε να δουλέψουμε από κοινού και να εξασφαλίσουμε την πολυπρόσωπη συνέχεια του κινήματος σε κάθε χώρα που έχουμε παρουσία προκειμένου να επιβιώσουμε, πράγμα που ελλιπώς πράξαμε μέχρι σήμερα. Εξάλλου η διασφάλιση αυτής της «συνέχειας» αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ενιαίας δομικής  οργάνωσης που ο οργανισμός των πρωτοβουλιών του brain gain πρέπει να αποκτήσει.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, δεν είναι και το «σύστημα» άμοιρο ευθυνών. Φυσικά, το τελευταίο που θα έπρεπε να κάνουμε αυτή τη στιγμή είναι να εκφράσουμε έναν αντιπαραγωγικό, αντισυστημικό λόγο. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση δεν μας αρμόζει. Εξάλλου, κάθε σύγχρονο κράτος και κοινωνία έχουν ανάγκη από ένα «σύστημα», νοουμένου ως συνόλου διαδικασιών, παραδοχών και αξιών που υποστηρίζει τους θεσμούς και ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Στην Ελλάδα δυστυχώς το δικό μας «σύστημα» ταυτίστηκε με το «κατεστημένο», ένα ιδιότυπο «establishment» βασιζόμενο στην ευκαιριακή σύμπτωση ατομικών συμφερόντων που επιβάλει τη συνεννόηση μεταξύ ετερόκλιτων ομάδων σε όλο το φάσμα του δημοσίου – και ιδιωτικού – τομέα και εκφράζεται με την αναξιοκρατική προώθηση «ημετέρων» για την ικανοποίηση των συμφερόντων αυτών.

Το συγκεκριμένο λοιπόν το «establishment» είχε κάθε λόγο να μη δει με καλό μάτι την ενίσχυση της επιρροής και την επιστροφή στη χώρα καταξιωμένων επαγγελματιών και επιστημόνων του εξωτερικού, όπως και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να αμφισβητήσει την κυριαρχία του. Αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, και αυτή την πρόκληση: να υπερκεράσουμε την αντίσταση όσων μας θεωρούν «βολεμένους» και αχρείαστους πλέον για τον τόπο, όσων ευθέως ή πλαγίως προσπαθούν να μας εμποδίσουν, όσων μας υποτιμούν και υποβαθμίζουν τη σημασία των μηνυμάτων μας στο δημόσιο διάλογο και εκείνων που θεωρούν πως δεν είμαστε προτεραιότητα και δεν έχουμε τίποτα να προσφέρουμε. Για να το επιτύχουμε το ακριβώς αντίστροφο, χρειαζόμαστε μια ανοιχτόμυαλη πολιτεία που θα προωθήσει ουσιαστικά τα αιτήματά μας, μια γενναιόδωρη πολυσυλλεκτική ιδιωτική πρωτοβουλία που θα δουλέψει μαζί μας και μια κοινωνία έτοιμη να ενσωματώσει ανθρώπους υψηλής μόρφωσης, διαφορετικών παραστάσεων και εμπειριών, οι οποίοι είναι έτοιμοι να στηρίξουν την κοινή προσπάθεια μακριά από τα κακέκτυπα των αυτοπροωθούμενων τοπικών ελίτ.

Ο δρόμος τελικά είναι μάλλον πιο δύσκολος από όσο νομίζαμε. Χρειάζεται επιμονή, πείσμα, οργάνωση, στήριξη και ίσως λίγη τύχη. Κάνουμε την αυτοκριτική μας, διορθώνουμε τα λάθη μας και προχωράμε με ορίζοντα ένα καλύτερο μέλλον για όλους μας. Κι αν αποτύχουμε; Κι αν αποτύχουμε, δεν τα παρατάμε. Ήττες θα υπάρξουν στο δρόμο προς τη δικαίωση. Τελικά, αν κληρώθηκε η δική μας γενιά – εντός και εκτός τειχών – να αλλάξει τη χώρα, τότε πρέπει να αισθανόμαστε τυχεροί για την ιστορική ευκαιρία, και, ίσως, να μπορέσουμε τα καταφέρουμε…

Ορέστης Ομράν