Υγροποιημένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ) από τις Η.Π.Α. εναντίον φυσικού αερίου μέσω αγωγών από τη Ρωσία (Pipeline Imports )

Ο ανταγωνισμός μεταξύ του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) από τις Η.Π.Α. με τις εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών από τη Ρωσσία σε Ευρωπαικούς καταναλωτές, αποτελεί ένα από τα πιο πολυσηζητημένα θέματα στον χώρο της ενέργειας με σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Το περασμένο καλοκαίρι ο κύριος Trump σημείωσε σε ομιλία του στην Πολωνία ότι η κυβέρνηση των Η.Π.Α. έχει στόχο να βοηθήσει την Πολωνία να ανεξαρτητοποιηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο ενώ η  PGNiG (Polish Oil and Gas Company Group), υπέγραψε το Νοέμβριο του 2017 ένα πενταετές συμβόλαιο με την Centrica για παραλαβή έως και 9 εμπορευμάτων σε όλη τη διάρκεια του συμβολαίου. Η PGNiG έχει δηλώσει ότι ο μεγαλύτερος όγκος του αερίου που θα παραλάβει θα προέρχεται από τον τερματικό σταθμό ΥΦΑ Sabine Pass στη Λουιζιάνα, ιδιοκτησίας της αμερικανικής Cheniere.  Επιπροσθέτως, η Πολωνία είναι μία από τις χώρες που προσπαθεί ενεργά να απαγκιστρωθεί από τις ρωσικές εισαγωγές φυσικού αερίου και η κατασκευή του τερματικού σταθμου ΥΦΑ στο Swinjoujscle αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας.

Πρόσφατα μάλιστα o CEO της PGNiG δήλωσε, ότι δεν σκοπεύουν να εισάγωγουν φυσικό αέριο από τη Ρωσία μετά το 2022, χρονιά στην οποία λήγει το υπάρχον συβμόλαιο με το γίγαντα του φυσικού αερίου, τη ρωσική Gazporm. Στην πραγματικότητα όμως το υπάρχον συμβολαίο μάλλον δεν είναι ανταγωνιστικό σε σχέση με τις τιμές που επικρατούν στα ευρωπαικά hub και το πιο πιθανόν είναι να υπάρξουν διαπραγματεύσεις, με την Πολωνία να συνεχίσει να καλύπτει ένα ποσοστό των αναγκών της από τη Ρωσία σε περίπτωση που οι ρωσικές εισαγωγές είναι ανταγωνστικά κοστολογημένες.

H κατασκευή του Βαλτικού Αγωγού, ο οποίος θα συνδέει τη Νορβηγία με τη Πολωνία, είναι προαπαιτούμενο για να έχει την δυνατότητα η Πολωνία να ανεξαρτητοποιηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και να έχει τη διαπραγματευτική δύναμη για να μειώσει την τιμή εισαγωγής. Η τελική προθεσμία για τον αγωγό αναμένεται εώς το Δεκέβμριο του 2018, με το χρονοδιάγραμμα της κατασκευής να χρονολογείται το 2022 και με χωρητικότητα εώς 10bcm το χρόνο (για παράδοση του αερίου στην Πολωνία). Επιπροσθέτως, διασύνδεση του Πολωνικού και Σλοβακικού συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω του PL-SK Interconnector με χωρητικότητα 5.7bcm/χρόνο (Σλοβακία-Πολωνία) και 4.7bcm/χρόνο (Πολωνία-Σλοβακία). Η FID για το έργο αναμένεται στα τέλη του Μαρτίου 2018. Ο ρόλος της διασύνδεσης είναι διττός για τη δημιουργία ενός συνδεδεμένου Βόρειου-Νότιου χάρτη φυσικού αερίου, δεδομένου ότι η Σλοβακία και άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής θα έχουν πρόσβαση σε YΦΑ που φτάνει στην Πολωνία από τις ΗΠΑ, το Κατάρ κ.α. καθώς και πρόσβαση σε Νορβηγικό φυσικό αέριο εφόσον κατασκευαστεί ο batic pipe. Ταυτόχρονα η Πολωνία θα μπορεί να έχει πρόσβαση σε αέριο από το Southern gas corridor μέσω του ΤΑP και ΥΦΑ που εισάγεται σε τερματικούς σταθμούς ΥΦΑ της Aδριατικής.

Ενεργειακή Ένωση

Στις 25 Φεβρουαρίου 2015, ανακοινώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το στρατηγικό πλαίσιο για τη δημιουργία μιας Ενεργειακής Ένωσης, της ενωμένης ενεργειακής αγοράς της Ευρώπης. Η αναζήτηση των ποικίλων λόγων και των προκλήσεων που οδήγησαν  την ΕΕ στην ενοποιημένη αγορά, οδηγούν:

  • Στην προσπάθεια της ΕΕ για απανθρακοποίηση της ενεργειακής αγοράς, βασιζόμενη στις αποφάσεις της COP21 (Διάσκεψη για την κλιματική αλλαγή στο Παρίσι), αλλά και στους δεσμευτικούς στόχους που έχει θέσει στα Κράτη Μέλη της, για στροφή στην αύξηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ.
  • Απεξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας από τρίτες χώρες. Η ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ, θεωρείται μείζονος σημασίας, λαμβάνοντας υπόψιν και τις αυξανόμενες αναταραχές σε γεωπολιτικό επίπεδο.
  • Εσωτερική αγορά ενέργειας. Η προσπάθεια της ηλεκτρικής διασύνδεσης των Κρατών Μελών ώστε 10% τουλάχιστον της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν να μπορεί να μεταφέρεται σε γειτονικές χώρες και το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη να μπορεί εκείνος να επιλέγει τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν τα θεμέλια της ύπαρξης μιας εύρυθμης εσωτερικής αγοράς ενέργειας.

 

Ειδικότερα στον τομέα του φυσικού αερίου η πραγματικότητα είναι ότι οι ποσότητες τις οποίες χρειάζεται και θα συνεχίσει να χρειάζεται η Ευρώπη είναι πολύ μεγάλες και το πιθανότερο σενάριο είναι η Gazprom και η Ρωσία να συνεχίσουν να έχουν αυξημένο ποσοστό της Ευρωπαϊκής αγοράς.  Δεν είναι τυχαίο ότι τις δύο φόρες το τελευταίο έτος (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος) που οι αγορές στη βορειοδυτική Ευρώπη υπέστησαν μεγάλο σοκ από τον συνδυασμό της κατάρρευσης στην παραγωγή (κλείσιμο του αγωγού forties στο Ηνωμένο Βασίλειο και ως αποτέλεσμα κλείσιμο της παραγωγής associated gas από οικόπεδα στο UKCS) και της εξαιρετικά μεγάλης ζήτησης, η λύση επήλθε από τους τερματικούς σταθμούς ΥΦΑ.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου στις Η.ΠΑ. και η δημουργία σταθμών εξαγωγής ΥΦΑ, οι ανακαλύψεις κοιτασμάτων στον χώρο της νοτιανατολικής μεσογείου και η ενεργός προσπάθεια των Ευρωπαικών χωρών να εξασφαλίσουν διαφορετικές πηγές προέλευσης φυσικού αεριου έδωσαν περισσότερη δύναμη στους μεγάλους αγοραστές στον Ευρωπαικό χώρο με την Gazprom να αναγκάζεται να διαπραγματευτεί πολλά συμβόλαια. Πλέον ένα μεγάλο ποσοστό ρωσικού φυσικού αερίου πωλείται μέσω συμβολαίων τα οποία είναι hub-indexed με το oil-indexation να έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό (Διάγραμμα. 1). Καθίσταται όμως σαφές, ότι τα Κράτη Μέλη  της Ε.Ε. θα συνεχίσουν να είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτώμενες από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Αναφέρουμε δύο σημαντικά παραδείγματα μείωσης της παραγωγής εντός του Ευρωπαικού χώρου: Μετά από μια τριετία αυξανόμενης παραγωγής στο UKCS (UK continental shelf) η παραγωγή από τα νέα οικόπεδα που εισήλθαν στην αγορά. τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει δραματική πτώση,  ενώ τα υπάρχοντα οικόπεδα χαρακτηρίζονται, από σταθερά μειούμενη παραγωγή (Διάγραμμα 2).

Παράλληλα, με τους πρόσφατους σεισμούς στο Groningen λόγω της παραγωγής φυσικού αέριου η κυβέρνηση της Ολλανδιάς έτοιμαζεται να προβεί σε δραστική μείωση της παραγώγης ανά έτος από το οικόπεδο Groningen καθώς δήλωσε ότι στόχος της είναι να εγκαταλείψουν τελείως το καθεστώς ετήσιου quota και να μειώσουν την παραγωγή στο ελάχιστο δύνατο. Ταυτόχρονα, η παραγωγή από άλλα οικόπεδα της Ολλανδίας βαίνει και αυτή συνεχώς μειούμενη (Διάγραμμα 3).

Στην επόμενη πενταετία η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρωπαική Ένωση αναμένεται να σημειώσει μείωση περίπου 1.7% σύμφωνα με την Ι.Ε.Α. Το βασικό μήνυμα όμως είναι ότι το φυσικό αέριο θα συνεχίσει να αποτελεί σημαντικό μέρος του ενεργειακού μίγματος ενώ το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι θα αποτελέσει το καύσιμο για την μεταβάση στις αναεώσιμες πηγές ενέργειας.

Δεδομένου ότι δεν αναμένεται μια δραματική μείωση στη ζήτηση φυσικού αερίου και καθώς η παραγωγή εντός της Ευρωπαικής ένωσης θα συνεχίσει να μειώνεται σταθερά οι χωρές της Ευρωπαικής Ένωσης θα πρέπει να βασίζονται σε σαφώς μεγαλύτερες ποσότητες εισαγόμενου αερίου. Ακολούθως, δεν συντελεί σύμπτωση ότι η Gazprom το 2016 και το 2017 έκανε ρεκορ πωλήσεων  με αυξήσεις της τάξης του 6% και 7% αντίστοιχα. Αξιοσημείωτο γεγονός θεωρείται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  επέτρεψε στην εταιρεία να χρησιμοποιήσει πάνω από το 50% της χωρητικότητας στο ΟPAL (μέρος του Nord Stream) με αποτέλεσμα να έχουμε ρεκόρ εισαγωγών μέσω του Nord Stream (Διάγραμμα 4).

Η Γερμανία θα υποστηρίξει την κατσκευή του NordStream2 παρόλες τις αντιδράσεις τόσο από χώρες της Ευρώπης (π.χ. Πολωνία, Ουκρανία και χώρες της Βαλτικής) όσο και των Η.Π.Α., με την κυρία Μέρκελ να δηλώνει πρόσφατα πως δεν πιστεύει ότι η κατασκευή του αγωγού θα μειώσει τη δυνατότητα των χωρών της Ευρώπης να διασφαλίσουν αέριο από διαφορετικές πηγές.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι ποσότητες φυσικού αερίου οι οποίες χρειάζεται και θα συνεχίσει να χρειαζεταιι η Ευρώπη είναι πολύ μεγάλες και το πιθανότερο σενάριο είναι η Gazprom και η Ρωσσία να συνεχίσουν να έχουν αυξανόμενο ποσοστό της Ευρωπαικής αγοράς.  Βαρύνουσας σημασίας, θεωρείται το γεγονός ότι  δύο φόρες το τελευταίο έτος, (Oct-Sept) που οι αγορές φυσικού αερίου στη βορειοδυτική Ευρώπη υπέστησαν μεγάλο σοκ από τον συνδυασμό της κατάρρευσης στην παραγωγή (κλείσιμο του αγωγού forties στο Ηνωμένο Βασίλειο και ως αποτέλεσμα κλείσιμο της παραγωγής associated gas από οικόπεδα στο UKCS) και της εξαιρετικά μεγάλης ζήτησης, η λύση ήρθε από τους τερματικούς σταθμούς ΥΦΑ και πολύ κοντά στο πρώτο αέριο που εξήχθει από το πρόσφατα ολοκληρωμένο ρωστικό σταθμό εξαγωγής ΥΦΑ, Yamal LNG)  να χρησιμοποιηθεί στο σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η διαφορά φάσης μεταξύ του πότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί το αέριο και πόσο γρήγορα μπορεί να γίνει διαθέσιμο μέσω ενός τρόπου μεταφοράς του ΥΦΑ είναι ένας σημαντικός περιοσμός. Επιπλέον, το γεγονός ότι η διαθεσιμότητα των διαθέσιμων ποσοτήτων ΥΦΑ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παγκόσμια ζήτηση (πρόσφατο παράδειγμα η αναπάντεχη ραγδαία αύξηση των εισαγωγών της Κίνας) απότελει ένα επιπλέον περιορισμό και είναι λογικό ότι μεγάλοι καταναλωτές εντός του Ευρωπαικού χώρου θα θέτουν πάντα τις εισαγωγές μέσω αγωγών σε υψηλότερη προτίμηση σε σχέση με την ασφάλεια των εισαγωγών τους.

Η συνεχόμενη αύξηση της παραγωγής ΥΦΑ παγκοσμίως με την κατασκευή μεγάλων έργων στις  Η.Π.Α. και την Αυστραλία προσφέρει εναλλακτικές πηγές για την προμήθεια φυσικού αερίου. Από την απέναντι όχθη, η υπερπροσφορά YΦΑ δεν έφτασε ποτέ τα πολύ υψηλά  επίπεδα τα οποία πολλοί αναλυτές εκτιμούσαν και ως αποτέλεσμα οι ποσότητες φυσικού αέριου που βρήκαν το δρόμο τους προς την Ευρώπη έμειναν χαμηλότερες των εκτιμήσεων.

Συμπερασματικά ένας από του πρωταρχικούς στόχους της ενεργειακής ενοποίησης πρέπει να είναι η αποδοχή της από το καταναλωτικό κοινό, παρουσιάζοντας τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα και το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του κάθε σταδίου της μέχρι την τελική της πραγμάτωση. Επομένως, όλες οι παραπάνω πολιτικές στον τομέα της Ενεργειακής Ένωσης, θα πρέπει να εστιάζουν στο τρίπτυχο, ενεργειακή αποδοτικότητα, ασφάλεια και κόστος. Η συγκεκριμένη στρατηγική οφείλει να εστιάζει στη βελτίωση της αποδοτικότητας των τεχνολογιών και των υποδομών παράγωγης ενέργειας, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη μείωση των τιμών ενέργειας, μετακυλώντας το κέρδος στους καταναλωτές και λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής.

Ελληνική αγορά ενέργειας

Σε γενικές γραμμές στον τομέα του ηλεκτρισμού, η ελληνική αγορά καλείται να διευθετήσει το μελλοντικό πλαίσιο που θα δημιουργηθεί με την ΔΕΗ και τον ΑΔΜΗΕ, υλοποιώντας ταυτόχρονα την διασύνδεση μεταξύ νησιώτικης και ηπειρωτικής Ελλάδας. Προς, την συγκεκριμένη κατεύθυνση βρίσκονται και οι πολιτικές της Ενεργειακής Ένωσης, που αν και βρίσκεται σε στάδιο διαβουλεύσεων, επιθυμεί την διασύνδεση μεταξύ των Κρατών Μελών, έχοντας ως βασικό στόχο την μείωση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της μείωσης του κόστους παραγωγής και μεταφοράς. Ακολούθως, η ανάγκη μείωσης των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος, απαιτούν την αύξηση του ανταγωνισμού, μέσω της  απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αύξησης του ποσοστού των αυτόνομων ηλεκτροπαραγωγών. Στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, δεν κρίνεται αναγκαία η πώληση ενός ποσοστού ή του πλειοψηφικού πακέτου της ΔΕΗ, όμως πρέπει άμεσα να αυξηθούν τα ποσοστά παραγωγής και διάθεσης στην αγορά των υπόλοιπων αυτόνομων ηλεκτροπαραγωγών., δημιουργώντας με συγκεκριμένη στρατηγική ένα άκρως ανταγωνιστικό πλαίσιο, που θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας (η ΔΕΗ είναι υποχρεωμένη βάση των κοινοτικών υποχρεώσεων να παραχωρήσει 50% από μερίδιο της στην αγορά ηλεκτρισμού). Όσον, αφορά την αποκρατικοποίηση τόσο της ΔΕΗ, όσο και του ΑΔΜΗΕ, η Ελλάδα θα πρέπει πρώτα να ολοκληρώσει την πώληση του 20% του ΑΔΜΗΕ, και στη συνέχεια να προχωρήσει στην πώληση του 17% της ΔΕΗ( προκηρύσσοντας διαγωνισμό το μέσα στο 2018). Επιπροσθέτως, ο EuroAsia Interconnector, αποτελεί μια καταλυτική επένδυση προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης της παραγωγικής και καταναλωτικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Το συγκεκριμένο «καλώδιο» θα συνδέσει τα ηλεκτρικά συστήματα του Ισραήλ, και της Κύπρου με την Ελλάδα (μέσω Κρήτης) μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου (DC και HVDC) με σταθμούς στην ξηρά σε κάθε χώρα / περιοχή, και θα έχει δυναμικότητα 2000 MW.

Στον τομέα του αερίου, η ελληνική αγορά μπορεί να προκρίνεται ως ενεργειακός κόμβος, λόγω γεωγραφικής θέσης, αλλά και των εν εξελίξει επενδύσεων, όπως των δύο αγωγών  ΤΑP (Διακρατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου) και του IGB (Διασυνδετήριος Αγωγός Ελλάδας-Βουλγαρίας) που μπορούν  και έχουν δώσει  πνοή στην ελληνική οικονομία μέσω της δημιουργίας θέσεων εργασίας αλλά και καθιστώντας την Ελλάδα σημαντικό κόμβο στο ενεργειακό σταυροδρόμι. Σημαντική προσοχή θα δοθεί όμως και στις επενδύσεις στον τομέα του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η ελληνική αγορά ενέργειας, βασιζόμενη στα πλεονεκτήματα της γεωστρατηγικής της θέσης  έχει την δυνατότητα να αποτελέσει κόμβο αποθήκευσης και επεξεργασίας  υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η πρόοδος των επενδύσεων του  πλωτού σταθμού ΥΦΑ στην Αλεξανδρούπολη, στέλνει ήδη θετικά μηνύματα στην αγορά ενέργειας δημιουργώντας ένα νέο φάσμα επενδύσεων για την ελληνική οικονομία.